βαφή

Διαδικασία κατά την οποία προσδίδεται στις υφαντικές ίνες, με την προσθήκη ειδικών ουσιών, ο επιθυμητός χρωματισμός. Πριν από τη β., οι ίνες ή το ύφασμα πλένονται προσεκτικά για να απομακρυνθούν ξένες ύλες ή ακαθαρσίες που τις είχαν από την αρχή ή τις απέκτησαν κατά τις προηγούμενες διαδικασίες (κλωστοποίηση, ύφανση κλπ.) και μετά μουσκεύονται σε λουτρό θερμοκρασίας 45-60°C. Ύστερα βάζουν τις κατάλληλες χρωστικές ουσίες και το νερό του λουτρού φέρεται σιγά-σιγά σε ανώτερη θερμοκρασία (από 80°C μέχρι βρασμού)· τότε πραγματοποιείται η β. Στη συνέχεια, το λουτρό ψύχεται σιγά-σιγά και το ύφασμα ή οι ίνες ξεπλένονται με νερό όλο και ψυχρότερο. Αν και το φαινόμενο της β., έχει μελετηθεί με ειδικές έρευνες, παραμένει ωστόσο χωρίς ικανοποιητική διευκρίνιση. Οι θεωρίες που φαίνονται πιθανότερες για την ερμηνεία του είναι η φυσική, η χημική και η ηλεκτροκολλοειδής. Κατά τη φυσική θεωρία, που είναι η απλούστερη, τα προς β. υλικά πρέπει να είναι πορώδη και η απόκτηση του χρώματος ανάγεται σε φαινόμενα απορρόφησης, προσκόλλησης κλπ. Η χημική θεωρία εξηγεί τη β. ως χημική συνένωση της χρωστικής ουσίας με μερικές αρκετά πολύπλοκες ομάδες που περιέχονται στα μόρια των υφαντικών ινών. Έχει παρατηρηθεί, π.χ. ότι στο μαλλί, στο οποίο κυριαρχεί ο βασικός χαρακτήρας, τα όξινα χρώματα στερεώνουν καλύτερα παρά σε άλλες ύλες. Κατά την ηλεκτροκολλοειδή θεωρία, η β. πραγματοποιείται όσο υπάρχουν χρωστικές ύλες σε κολλοειδή κατάσταση, δηλαδή διάχυτες στο νερό, χωρίς να καθιζάνουν στον πυθμένα, οι οποίες έχουν ένα ορισμένο θετικό ή αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο. Οι χρωστικές ουσίες συνενώνονται με υφάνσιμες ίνες αντίθετου φορτίου. Τα χρώματα γενικά ταξινομούνται με βάση τα χημικά χαρακτηριστικά τους και τη μέθοδο με την οποία στερεώνονται στις διάφορες ύλες. Αυτά που χρησιμοποιούνται περισσότερο στην υφαντουργία, είναι χρώματα όξινα, βασικά, πρόστυψης, απευθείας β., ναφθολίου, διασποράς, με μέταλλα. Όξινα χρώματα. Η αυξόχρωμη ομάδα τους έχει όξινη αντίδραση οφειλόμενη στην παρουσία ομάδων σουλφονικών (-SO3H) ή νιτροομάδων (-NO2). Δεν χρησιμοποιούνται στα βαμβακερά, ενώ έχουν μεγάλη σημασία για τη β. των μάλλινων και των μεταξωτών. Βασικά χρώματα. Χαρακτηρίζονται από την παρουσία βασικών ομάδων ή αμινοομάδας και παραγώγων (-ΝΗ2). Χρησιμοποιούνται για τη β. του μεταξιού, έχουν όμως περιορισμένη εφαρμογή λόγω της μικρής αντοχής των αποχρώσεων στο φως και στον ήλιο. Χρώματα πρόστυψης. Περιέχουν στα μόριά τους μερικές υδροξυλικές ομάδες (-ΟΗ), οι οποίες συνενώνονται εύκολα με διάφορα μέταλλα. Οι υφαντικές ίνες περνούν από μια προκαταρκτική επεξεργασία με άλατα αλουμινίου, χαλκού, σιδήρου, χρωμίου (στυπτηρίες) και κατόπιν προστίθενται τα χρώματα. Χρώματα απευθείας. Βάφουν απευθείας το βαμβάκι χωρίς προσθήκη ουσιών, όπως τα μεταλλικά άλατα που υποβοηθούν τη στερέωση των χρωμάτων. Χρώματα ναφθολίου. Ναφθολικές ενώσεις, οι οποίες, αφού απορροφηθούν από τις ίνες, διαζωτούνται και αποκτούν έτσι διαφορετική απόχρωση και μεγαλύτερη αντοχή στο φως και στο πλύσιμο. Χρώματα διασποράς. Χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη β. των τεχνητών ινών και των συνθετικών. Διασπείρονται στο λουτρό και βρίσκονται σε κολλοειδή κατάσταση. Ενώνονται εύκολα με τις ίνες, οι οποίες σε υψηλή θερμοκρασία τείνουν να πλαστικοποιηθούν. Χρώματα με μέταλλα. Μερικά όξινα χρώματα ενώνονται με ορισμένα μέταλλα, όπως το κοβάλτιο, ο χαλκός και το χρώμιο, και δίνουν ουσίες διαλυτές στο νερό, οι οποίες βάφουν εύκολα το νάιλον, στο οποίο παρέχουν πολύ στερεούς χρωματισμούς. Β. λέγεται επίσης η επεξεργασία σκλήρυνσης του χάλυβα με απότομη ψύξη σε νερό ή λάδι. Ως β. χαρακτηρίζεται και η επεξεργασία για τη βελτίωση των χαρακτηριστικών ενός κράματος. Βαφή νημάτων σε δέσμες.
* * *
η (AM βαφή) [βάπτω]
1. η σκλήρυνση ή στόμωση σιδερένιων αντικειμένων με εμβαπτισμό σε κρύο νερό ή λάδι
2. ο χρωματισμός αντικειμένου με εμβαπτισμό σε διαλυμένη χρωστική ουσία ή με επίχριση
3. η χρωστική ουσία με την οποία βάφεται κάτι («βαφή για τ' αβγά», «βαφή μαλλιών», «χειλέων βαφαί»)
4. ενίσχυση, δύναμη
(«την καρδιά με τη βαφή τσ' υπομονής να βάψει», Ερωτόκρ.
«τής ἀνδρείας οἷον βαφή τις ὁ θυμός ἐστιν»)
5. χρώμα («έχουν του ρόδου τη βαφή», «κρόκου βαφάς»)
αρχ.
1. το σμάλτωμα του χαλκού, η επικάλυψη με σμάλτο
2. επιχρύσωση, επαργύρωση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βαφή — dipping fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαφή — η 1. το μπογιάτισμα, ο χρωματισμός, το βάψιμο: Η βαφή των μαλλιών μου έγινε προσεχτικά. 2. το χρώμα, η μπογιά: Το δωμάτιο του παιδιού χρωματίστηκε με ειδική, οικολογική βαφή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαφῇ — βάπτω dip aor subj pass 3rd sg βαφῆι , βαφεύς a dyer masc dat sg (epic ionic) βαφή dipping fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαφή — [вафи] ουσ. Θ. краска. окрашивание, покраска …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βαφαῖς — βαφή dipping fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαφαῖσι — βαφή dipping fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαφαί — βαφή dipping fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαφήν — βαφή dipping fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαφῶν — βαφή dipping fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χάλυβας — Κράμα του σιδήρου, στο οποίο περιέχεται άνθρακας κατά 1,7 1,8% και άλλα μεταλλικά και μη μεταλλικά στοιχεία, κατάλληλα για να προσδώσουν στο κράμα ειδικές ιδιότητες (βανάδιο, βολφράμιο, νικέλιο, χρώμιο), ενώ άλλα στοιχεία βρίσκονται ως… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.